
ΝΤΑΜΠΑΛΗΣ – ΠΑΙΔΗΣ – ΚΩΣΤΙΚΑΣ
του Κώστα Μπαρούτα
Οι κοινωνίες, μικρές ή μεγάλες, έχουν τα σημεία αναφοράς τους, τους χώρους, δηλαδή, κοινωνικών συναντήσεων, συναθροίσεων, διαλόγου και, πιθανόν, διασκέδασης. Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και με τα άτομα που γνώρισαν και συχνάζουν σε τέτοιους νευραλγικούς και σημαδιακούς τόπους είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας, που είναι αποφασιστική για τις ανθρώπινες επιλογές, είτε λόγω τύχης και συναφών συμπτώσεων.
Η προσωπική μου «κοινωνικοποίηση» σε αστικό κέντρο εγκαινιάστηκε σ’ ένα παράξενο μαγαζί, παντοπωλείο κυρίως και δευτερευόντως ψιλικατζίδικο, με πόλο έλξης για τους μαθητές του 2ου Δημοτικού Σχολείου Τρικάλων, τις καραμέλες, όταν απουσίαζε ο πλανόδιος μουστακαλής Μικρασιάτης με τα περίφημα «σάμαλι με το μέλι» και το μαλιμπί, γλυκά εύγευστα και θρεπτικά που όμως δεν είχαν τη δυνατότητα να τα γεύονται όλα τα παιδιά τα πικρά χρόνια του Εμφυλίου και αρχές της δεκαετίας του πενήντα. Έπαιζε ακόμα και κάποιον ρόλο καφενείου με τα τρία στρογγυλά μεταλλικά πράσινα τραπέζια μέσα κι ένα έξω και λίγες ψάθινες καρέκλες, όπου σερβίρονταν καφές ή τσίπουρο με τακτικότερο πελάτη για το τελευταίο τον μονίμως μεθυσμένο γύφτο Λαβίδα!
Η εμφάνισή του δεν είχε τίποτα το ελκυστικό, το αντίθετο μάλιστα. Το εσωτερικό του έδινε την αίσθηση εγκατάλειψης και ίσως να μην βάφτηκε ποτέ, αφότου το παρέλαβε ο μπαρμπα- Νίκος, συμπαθέστατη ευγενική φυσιογνωμία, με δόση αρχοντιάς, οφειλόμενης κατά πάσαν πιθανότητα στις συνθήκες διαβίωσής του στην Αμερική προπολεμικά. Λέγανε ότι επέστρεψε με πολλά λεφτά κι αυτό ίσως εξηγούσε την αδιαφορία του για το παντοπωλείο, την πλημμελή οργάνωσή του και την γύμνια των τοίχων από στοιχειώδη διάκοσμο με εξαίρεση μια παμπάλαια, αναρτημένη σε περίοτπη θέση, κορνίζα με την πασίγνωστη κατηγορηματική ρήση «βερεσέ σήμερον δεν έχει», αδύνατον ασφαλώς να τηρηθεί εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, γι’ αυτό και δεφτέρια είχε με τα βερεσέδια απένταρων πελατών που έρχονταν από τα φτωχόσπιτα της γειτονιάς και τα παραπήγματα των ορεσίβιων προσφύγων, τους οποίους τα πυρπολημένα από τους Γερμανούς σπίτια και στη συνέχεια ο Εμφύλιος δεν επέτρεπαν την επιστροφή στα χωριά τους. Κάποιοι, στην ανάγκη, αντάλλασσαν φρέσκα αβγά με είδη που, όπως πίστευαν, τα χρειάζονταν περισσότερο, κυρίως ρύζι, όσπρια και μακαρόνια.
Ο μπάρμπα-Νίκος, εντούτοις, ήταν περιζήτητος για έναν άλλο λόγο. Ήξερα αγγλικά και σ’ αυτόν προσέτρεχαν όλοι να τους μεταφράσει τα γράμματα που έστελναν οι οικογένειες αμερικανών φιλανθρώπων μαζί με τα δέματα ρουχισμού. Είχαν προσδοκίες είτε για δολλάρια, είτε για πρόσκληση στην Αμερική κάποιου από τα παιδιά τους, αλλά δεν γνωρίζω περίπτωση τέτοιας γενναιοδωρίας και το περιεχόμενο των πλείστων εξ Αμερικής επιστολών περιοριζόταν στην έκφραση συμπάθειας και πολλών ευχών!
Παρά τα αρνητικά του μαγαζιού ως παντοπωλείου, του οφείλω προσωπικά μεγάλη ευγνωμοσύνη, γιατί εκεί ο πνευματικός μου ορίζοντας έλαβε… διεθνείς διαστάσεις (!) και εξηγούμαι: Έβρισκα δωρεάν και διάβαζα τον τοπικό τύπο όταν πήγα στο Γυμνάσιο, και επειδή αυτό, λόγω μαθημάτων, δεν ήταν δυνατόν να γίνεται το πρωί, ερχόμουν τα απογεύματα, ακόμα και όταν δεν είχα να ψωνίσω κάτι κι ο μπαρμπα-Νίκος ποτέ δεν μ’ έδιωξε. Έτσι το μαγαζί έγινε το αναγνωστήριό μου, όπου ενημερωνόμουν τακτικά για τα γεγονότα στην Κύπρο και την εξέλιξη του πολέμου στην Ινδοκίνα αγωνιώντας για το αποτέλεσμα των ηρωϊκών προσπαθειών των Γάλλων, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ντε Καστρί, να κρατήσουν το Ντιέν Μπιεν Φού!
Η ειδησεογραφία των εφημερίδων και άλλα θέματα της ηλικίας προκαλούσαν συχνά καβγάδες και γρονθοκοπήματα μεταξύ των πιο ζωηρών μαθητών και μετά δυσκολίας κατόρθωναν ο μπάρμπα-Νίκος κι ο γιος του Κίτσιος να εκδιώξουν τους ταραξίες. Τότε η μεγάλη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου είχε πολλά παιδιά, προερχόμενα κυρίως από τις πολύτεκνες οικογένειες των ορεινών χωριών.
Πολλές παρέες μαθητών έδιναν ραντεβού στου Νταμπαλή. Από τους συμμαθητές μου στο δημοτικό και το γυμνάσιο θυμάμαι τους Γρηγόρη Ζαρογιάννη, φιλόλογο, Κώστα Μπαλάνη, φυσικό, καθηγητή πανεπιστημίου στις Η.Π.Α., τον μακαρίτη γιατρό Γιώργο Ντουράκη, τον Στέφανο (Φανάκο) Παπαϊωάννου, και τον Χρήστο Λιάκο, ενώ από τους μεγαλύτερους τον Φώτη Bασταρούχα και τον Ράλλη Κοψίδη, πρώτο ξάδελφο του ομώνυμου ζωγράφου και αγιογράφου, ο οποίος με πληροφόρησε ότι ο Τρικαλινός ξάδερφός του διδάσκει στο Πολυτεχνείο της Βιέννης!
Θέματα των αντιπαραθέσεων δεν ήταν μόνο τα αθλητικά και τα κορίτσια, αλλά ενίοτε και φιλοσοφικο-θρησκευτικά, όπως, λόγου χάριν, η απώτερη αρχή του σύμπαντος (!) και τότε, αν δεν γελιέμαι, πρωτάκουσα το συγκλονιστικό και αφοπλιστικό ερώτημα «Και ποιος δημιούργησε το Θεό;». Τα ερεθίσματα για τα πολιτικά θέματα τα προκαλούσαν, εκτός από τον τοπικό τύπο, και οι παρακείμενες φυλακές, τριάντα περίπου μέτρα απέναντι από το μαγαζί, γεμάτες τότε από πολιτικούς κρατούμενους, οι οποίοι πότε πότε διαδήλωναν από τα σιδερόφρακτα παράθυρα κατά της κράτησής τους και τότε πρωτάκουσα ανθρώπους να κραυγάζουν όλοι μαζί το σύνθημα «Ελευθερία» (αργότερα, σε μια μαθητική διαδήλωση στην κεντρική πλατεία, φωνάξαμε κι εμείς το «Λευτεριά στην Κύπρο»). Αργότερα κατάλαβα ότι οι μαθητές που δεν σχολίαζαν τους πολιτικούς κρατούμενους, όπως π.χ. ο Ράλλης Κοψίδης, ανήκαν σε οικογένειες αριστερών. Έτσι, το μαγαζί του Νταμπαλή, λόγω της γειτνίασής του με τις φυλακές, συνέβαλε στην πολιτική και κοινωνική παιδεία μας και τους σχετικούς προβληματισμούς.
Το μαγαζί αυτό δεν υπάρχει πια. Έσβησε από το χάρτη των Τρικάλων. Όλο το κτηριακό συγκρότημα Τραγανίτη, στο οποίο ανήκε, απαλλοτριώθηκε και κατεδαφίστηκε για τις ανάγκες του μεγάλου κυκλοφοριακού κόμβου. Μόνον η μνήμη των επιζώντων θαμώνων μπορεί να αναπλάσει εικόνες του συναρπαστικού παρελθόντος αυτού του χώρου. Και είναι αλησμόνητες, ακόμα και σε όσους προσπάθησαν να υπερβούν την κατάσταση των βιωμάτων, για να καβαλήσουν το καλάμι της θεωρίας, γιατί πολλές απ’ αυτές ήταν τραυματικές και άγριες για την παιδική μας ψυχή. Άλλωστε, ο Νταμπαλής, εκτός από τις φυλακές, «έδενε» και με τον ευρύτερο χώρο που είχε μνημεία ιστορικής σημασίας, με τα οποία επίσης είχαμε καθημερινή οπτική επαφή. Και αν οι φυλακές μάς προσγείωναν στα πρόσφατα δραματικά γεγονότα, το περίφημο Κουρσούμ Τζαμί και ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου προκαλούσαν αυτονόητους ιστορικούς συνειρμούς, συγκρίσεις, συναισθήματα και ερωτήματα, στα οποία προσπαθούσαμε να δώσουμε απαντήσεις όχι μόνο μέσα από τα βιβλία, αλλά και συζητώντας τα στου Νταμπαλή!
Αν ο Νταμπαλής ισοπεδώθηκε, ο Παιδής διέσωσε το «αρχαίο» του ύφος μέχρι το τέλος του πριν λίγα χρόνια. Το κτήριο μεν παραμένει στη θέση του, αλλά μεταμορφωμένο, μια που η οικογένεια εγκατέλειψε την επιχείρηση και τώρα λειτουργεί μια ακόμα καφετέρια – μπαρ, παρόμοια με τις δεκάδες που κατέκλυσαν την πόλη.
Αυτό το μαγαζί ήταν παραδοσιακό μαγειρείο. Τη συνέπειά του στο παρελθόν μαρτυρούσαν και τα ορθογώνια μαρμάρινα τραπέζια με τις ψάθινες καρέκλες. Ο διάκοσμος στους τοίχους πενιχρός, αποτελούμενος κυρίως από το ετήσιο ημερολόγιο του ορεινού χωριού καταγωγής της οικογένειας. Σχεδόν στη γωνία τού σε σχήμα γάμμα μαγαζιού βρισκόταν η περίφημη κουζίνα με τα καλομαγειρευμένα από τις γυναίκες φαγητά που η μεγάλη κατανάλωση δεν τα άφηνε να μπαγιατέψουν.
Εντούτοις, ο πόλος έλξης του μαγαζιού ήταν η βαρελίσια ρετσίνα Μεσογείων, με ήπια και διακριτική τη μυρωδιά του ρετσινιού, ζυμωμένη στα μεγάλα βαρέλια της αποθήκης του Παιδή. Επρόκειτο για ρετσίνα – κεχριμπάρι, για να θυμηθούμε τη γνωστή καντάδα. Αυτή, ταιριασμένη απόλυτα με την παλαιότητα του χώρου, προσέλκυε τα βράδια τους άντρες κάθε κατηγορίας και κοινωνικής τάξης επιτυγχάνοντας τη δημοκρατική ώσμωση προλετάριων, αγροτών, αστών, επιστημόνων και διανοουμένων. Το «πάμε να πιούμε κανένα ποτηράκι στον Παιδή» υποδήλωνε την επιθυμία για ικανοποίηση εσωτερικής ψυχικής ανάγκης με κάποιες στιγμές ιερής αφοσίωσης στο Βάκχο. Επρόκειτο για αυθεντική ιεροπραξία κρασοκατάνυξης, γι’ αυτό δεν διαπίστωσα ποτέ σ’ αυτόν τον χώρο εκτροπές σε υπερβολές μέθης. Και αυτό το κλίμα μυσταγωγίας και νοσταλγικής διάθεσης δεν το κατέστρεψε ποτέ κανενός είδους μουσική. Ο κυριότερος μεζές που συνόδευε τη ρετσίνα ήταν τα νοστιμότατα κεφτεδάκια, όμως και τα άλλα φαγητά ήταν εύγεστα και όχι ευκαταφρόνητα. Στα Τρίκαλα, εδώ γεύτηκα τον καλύτερο πατσά και την καλύτερη φασολάδα.
Ας μου επιτραπεί να κλείσω, σχετικά μ’ αυτόν τον χώρο, με μια προσωπική αναφορά: Με τον Παιδή με συνδέει ένα παλιό σκληρό βίωμα, όταν, μαθητής της τότε Δ΄ Γυμνασίου (Α΄ Λυκείου σήμερα) δούλευα άγριες πρωϊνές ώρες, ως διεκπεραιωτής, στην εφημερίδα «Ελευθέρα Γνώμη» – διαδέχτηκα τον αείμνηστο Γιώργο Σατρατζέμη -, η οποία στεγαζόταν στο υπόγειο ακριβώς κάτω από του Παιδή. Τελειώνοντας το ωράριό μου έπρεπε από την εφημερίδα να πηγαίνω κατ’ ευθείαν στο σχολείο και ευτυχώς που ήταν αυτό το μαγαζί για να παίρνω το πρωϊνό μου, δηλαδή ψωμί και ζεστό γάλα, κι έτσι κατόρθωνα, τουλάχιστον για μερικές ώρες, να παρακολουθώ τα μαθήματα. Δεν έπαψα ποτέ να αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γι’ αυτή τη δυνατότητα που μου προσέφερε το ιστορικό μαγειρείο.
Το καφενείο Κωστίκα, επί της Ασκληπιού και στην καρδιά της πόλης, αποτελούσε την «εκκλησία του δήμου» καφενόβιων, χαρτοπαικτών και ταλβαδόρων, το διακεκριμένο χώρο αναψυχής των κάθε κατηγορίας συνταξιούχων, τη μεγάλη «λέσχη» όπου οι πολιτικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις είχαν σχεδόν μόνιμο χαρακτήρα, ενώ στα «πέτρινα χρόνια» και την περίοδο της δικτατορίας οι ασφαλίτες με πολιτικά τέντωναν τ’ αυτιά τους προς τα τραπέζια των εκπαιδευτικών με την ελπίδα να συλλάβουν κάποια «αντικοινωνική» και «αντεθνική» έκφραση, για να εμπλουτίσουν τον σχετικό φάκελο.
Αν ο Νταμπαλής ήταν κοινωνικός χώρος των μαθητών, ο Κωστίκας σηματοδοτεί και νοηματοδοτεί την κοινωνία των ενήλικων ανδρών. Κι αν το πρώτο μαγαζί βρισκόταν στην περιφέρεια και ο Παιδής κέντρο – απόκεντρο, το καφενείο του Κωστίκα δέσποζε στο κεντρικότερο, νευραλγικότερο και στρατηγικότερο για τη λειτουργία της κοινωνικής ζωής σημείο. Στον Κωστίκα – μέσα ή έξω – δίνονταν τα περισσότερα ανδρικά ραντεβού και δεν υπάρχει ενήλικος Τρικαλινός που να μην πέρασε από εκεί. Και, φυσικά, θα ήταν σημαντική παράλειψη για τον πολιτικό που θα το περιφρονούσε. Αυτονόητο, όμως, να προκαλεί την απέχθεια πολλών γυναικών που οι άνδρες τους ξημεροβράδιαζαν εκεί χαρτοπαίζοντας, ενίοτε και επί χρήμασι στα ενδότερα, και, όταν επέστρεφαν στο σπίτι, βρωμοκοπούσαν τσιγαρίλα, μια που το κτήριο δεν φημιζόταν για τον εξαερισμό του, ιδιαίτερα το χειμώνα κυριολεκτικά ντουμάνιαζε από τον καπνό. Όλα αυτά, όμως, ήταν αμελητέες λεπτομέρειες για τους θαμώνες που πάνω απ’ όλα έβαζαν την ψυχική επαφή και την αντιμετώπιση της πλήξης που προκαλούσε η επαρχιακή ζωή, κυρίως τη χειμερινή περίοδο, όταν μάλιστα δεν είχε εγྺατασταθεί ακόྼα στα σπιτικά σαλόνια η τηλεόραση. Τούτο το συναίσθημα τྷς πྻήξης γινόταν αφόρητο όταν έβρεχε ασταμάτητα – συνηθισμένο φαινόμενο μέχρι πριν τριάντα χρόνια περίπου – και θυμάμαι την πολύωρη αναμονή κάτω από το μεγάλο υπόστεγο, ώσπου να κοπάσει η βροχή και να φύγουμε. Αυτή η μονότονη κι ατέλειωτη βροχή γέμιζε μελαγχολία τους πιο νέους από τους θαμώνες κι ήταν ένα από τα ερεθίσματα για αναζήτηση των μεγαλοπόλεων, όπου πιθανόν να γλύτωσαν την πλήξη, φορτώθηκαν όμως με άλλα χειρότερα δεινά… Επί τη ευκαιρία, αποτίω φόρο τιμής στους αείμνηστους φίλους και συναδέλφους Θωμά Αντωνάκη, Αρχοντή Μόσιαλο και Μανώλη Σκιαθίτη, οι οποίοι, μαζί με τον αειθαλή Κώστα Τοπούζη, αποτελούσαν σχεδόν την μόνιμη παρέα μου στον Κωστίκα, όταν βρισκόμουν στα Τρίκαλα, τόσο στο τάβλι, όσο και στις ιστορικο-φιλολογικές και ιδεολογικές συζητήσεις μας σε τούτον το χώρο με συνοδεία το τσίπουρο.
Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Και η παράδοση που τη διαδέχεται καινούργιος τρόπος κοινωνικής ζωής, ο οποίος με τη σειρά του κάποτε κι αυτός θα γίνει παράδοση, αν έχει στοιχεία διάρκειας και αυθεντικότητα. Η τηλεόραση και οι καφετέριες, που με ταχύ ρυθμό άρχισαν να ξεφυτρώνουν στην Ασκληπιού, αφαιρούσαν βαθμιαία μέρος της πελατείας, ώσπου, πριν είκοσι περίπου χρόνια, το ιστορικό καφενείο έκλεισε. Ο κοινωνικός ιστός της πόλης διερράγη. Η πόλη απονευρώθηκε. Το τελευταίο οχυρό της παράδοσης έπεσε. Σαν κυνηγημένα πουλιά οι πρώην θαμώνες δεύτερης και τρίτης ηλικίας, έψαχναν να βρουν άλλη φωλιά! Αν η πολιτεία νοιαζόταν για την ψυχική υγεία των πολιτών, έπρεπε να επιχορηγεί τέτοιους χώρους που συντηρούν την ιστορία, την παράδοση και την κοινωνική ζωή ενός τόπου.
Τα τρία καφενεία που προέκυψαν, προς άγραν της περιπλανώμενης πελατείας του Κωστίκα, βρίσκονταν σε ορόφους πολυκατοικιών και δεν ήταν δυνατόν να καλύψουν το κενό, καθώς ήταν αποκομμένα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ευρύτερου ανοιχτού χώρου και απομονωμένα. Σιγά-σιγά η παλαιά φρουρά αποσύρθηκε από την Ασκληπιού και οι γέροι εγκατέλειψαν με τη σειρά τους τον μάταιον τούτο κόσμο, ξεκομμένοι από τους φίλους, καθηλωμένοι μπροστά στο γυαλί, στερημένοι από το δικό τους χώρο, το καφενείο τους!
Σήμερα, το θαυμάσιο νεοκλασικό κτήριο ανακαινίστηκε και αποκαταστάθηκε, υπό την εποπτεία του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, στην προπολεμική του μορφή ως προς τις όψεις και το διάκοσμο, σίγουρα θα αναβαθμίσει αισθητικά το κέντρο της πόλης, δεν θα έχει όμως καμία σχέση με τον λειτουργικό ρόλο που έπαιζε στο παρελθόν και ο οποίος ήταν σχεδόν… θεσμικός για ένα μέρος της κοινωνίας. Ευχή των Τρικαλινών είναι ο μεταμορφωμένος Κωστίκας να διαφοροποιηθεί από το πλήθος των ομοιόμορφων καφετεριών προτείνοντας κάτι το καινούργιο στην ιστορική οδό Ασκληπιού, την κεντρική αρτηρία του κοινωνικού σώματος της ωραίας θεσσαλικής πόλης.
Προσωπικά, έχω την αίσθηση ότι οι τρεις προαναφερθέντες χώροι, με τα θετικά και τα αρνητικά τους, επηρέασαν τόσο την πνευματική μου διαμόρφωση, όσο και την ψυχική μου διάθεση και με βοήθησαν να γνωρίσω καλύτερα τον χαρακτήρα των Τρικαλινών και ίσως να ήμουν, από αυτές τις απόψεις, πιο φτωχός αν δεν είχα «φοιτήσει» στα τρία αυτά «σχολεία κοινωνικής αγωγής»: τον Νταμπαλή, τον Παιδή και τον Κωστίκα.
Ο Κώστας Μπαρούτας είναι Διδάκτωρ Αισθητικής , Ιστορικός Τέχνης
Περισσότερα... »